ΕΓΩ Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ,
ΕΝΑΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
ΕΓΩ Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΕΝΑΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΡΙΤIΚΕΣ
Η παράσταση βασίζεται σε μια επιλογή κειμένων από το έργο του Θουκυδίδη.

Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η καθημερινή ζωή του ανθρώπου
μέσα στην Ιστορία, που συνεχίζεται αιώνια.
Συνείδησή του και φωνή του: το έργο-κληροδότημα
που μας άφησε ο Θουκυδίδης.
Η ιστορία του είναι ένα πανόραμα της φύσης του ανθρώπου
νοιώθοντας την κανείς,
ο θαυμασμός και η φρίκη για το είδος γίνονται ένα.
Πιστεύω ότι μια σύγχρονη αφήγηση αυτής της ιστορίας
είναι ο καλύτερος και καθαρότερος τρόπος αναπαράστασης
του πώς θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την εποχή μας.
Παρότι αναφέρεται με χρονολογική σειρά
σε πάρα πολλά επεισόδια του πολέμου,
η ροή και η ενότητα του ύφους της αφήγησης
δίνει στις επιλογές της παράστασης
την ελευθερία και τη σαφήνεια του στόχου της:
Να καθρεφτιστεί το ήθος και η αντίσταση του ανθρώπου
απέναντι στην ίδια του τη φύση.
Η ιδιομορφία της εκφοράς αυτού του λόγου
μας αναγκάζει να απομακρυνθούμε από τους κοινούς «φυσικούς» τρόπους της
και να αναζητήσουμε στην απανταχού τεχνολογία
δυνατότητες πληρέστερης και αποδοτικότερης αναπαραγωγής του,
δοκιμάζοντας έτσι τις ίδιες του τις αντοχές.
Η σχέση μου με τον Θουκυδίδη είχε αρχίσει να εξυφαίνεται από παλιά,
και την ανταλλαγή της με το κοινό θεωρώ ως αναγκαία πράξη ολοκλήρωσης της.
Α.Κ
Μετάφραση: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος
Δραματουργική επεξεργασία: Άννα Κοκκίνου - Νίκος Φλέσσας
Σκηνοθεσία: Άννα Κοκκίνου με τη συνεργασία του Νίκου Φλέσσα
Μουσική επιμέλεια: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Χρήστος Τζιόγκας
Σκηνικό - κουστούμια: Άννα Κοκκίνου, οι χάρτινοι τοίχοι είναι από μια ιδέα του Νίκου Αλεξίου
Σχεδιασμός μηχανισμού φτερών: Δημήτρης Κορρές
Ηλεκτρονικός σχεδιασμός φωνών: Μηνάς Εμμανουήλ
Φωτογράφιση: Σπύρος Στάβερης
Βοηθός σκηνοθέτη: Λια Ανδρέου
Ηθοποιός: Άννα Κοκκίνου

Εγώ ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος
Να το δει κανείς ή να μην το δει;
Ιωάννα Μπλάτσου
protagon.gr 21/02/2015 (σύνδεσμος)


«Εγώ ο Θουκυδίδης ένας Αθηναίος», στο θέατρο Σφενδόνη, σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία της Άννας Κοκκίνου και του Νίκου Φλέσσα, είναι μια παράσταση που παίζεται από πέρσι και αξίζει να δείτε. Κατ' εμέ, η Αννα Κοκκίνου είναι το θηλυκό αντίστοιχο του Λευτέρη Βογιατζή. Εργατική μέχρι εξαντλήσεως, ουσιαστικά πρωτοποριακή και, εδώ, υπέροχα φουτουριστική. Η ιστορική αφήγηση εισχωρεί στον χώρο του κυβερνοπάνκ, με την Αννα Κοκκίνου με φλογερό κόκκινο μαλλί και μαύρα δερμάτινα ρούχα, καθισμένη σε ένα αμαξίδιο με μεταλλικά φτερά, ένα laptop με ένα βιβλίο μπροστά της και έναν επεξεργαστή φωνής, που μετατρέπει τον μονόλογο της ηθοποιού σε τεχνητό διάλογο. Το φουτουριστικό σκηνικό σε μαύρο φόντο, το οποίο παραπέμπει συνειρμικά στο κινηματογραφικό «Brazil» του Τέρι Γκίλιαμ, θαρρείς και μεταπλάθεται από τις άλλοτε ατονάλ, άλλοτε ambient και ενίοτε υπόκωφες -σαν να αναμοχλεύεται το σύμπαν- μουσικές του Δημήτρη Ιατρόπουλου. Η Αννα Κοκκίνου και το αμαξίδιό της μετατρέπονται σε μια κιβωτό μνήμης, ιστορικότητας και αυτογνωσίας, που καταγράφει και διασώζει για τους θεατές συναρπαστικά ιστορικά γεγονότα με διάθεση φιλοσοφικού στοχασμού: «Και οι θεοί και οι άνθρωποι επιβάλλουν την εξουσία τους στους ασθενέστερους. Αυτός είναι ένας φυσικός νόμος», ή «Σκληροί γίνονται οι υποτελείς όταν εξεγερθούν εναντίον των εξουσιαστών τους».

Αυτό το δίωρο, συμπυκνωμένο σκηνικό «μάθημα» προσφέρεται από μία χαρισματική Δασκάλα σε κάθε σκεπτόμενο θεατή, κληρονόμο ενός σπουδαίου πολιτισμού, έστω και αν οι περισσότεροι από εμάς αγνοούμε κραυγαλέα την αξία του. Ομολογουμένως, πονάει πολύ σήμερα η αφήγηση του «Επιταφίου» του Θουκυδίδη, ειδικά το κομμάτι που υμνεί τη Δημοκρατία, όταν συνειδητοποιεί κανείς πόσο ευάλωτο είναι αυτό το πολίτευμα παγκοσμίως από παραχαράξεις και λαϊκισμούς, που υπέστη και υφίσταται. Ο Θουκυδίδης διδάσκει και προτρέπει τους ανθρώπους να σκέπτονται και να συνειδητοποιούν την ατομική και συλλογική τους ευθύνη για την πολιτική κατάσταση της πόλης-χώρας τους. Χαρακτηριστικές του προτροπές: «Ευτυχία είναι η ελευθερία». «Να μη δειλιάζετε μπροστά σε κινδύνους». Κατά τον Θουκυδίδη, η «δημοκρατία», η «αξιοκρατία», η «γενναιότητα», η «καλαισθησία», η «ομορφιά», η «τόλμη», το «ήθος», η «ανοιχτότητα στη σκέψη», η «καλοσύνη», η «ισότητα», η «ευτυχία» και η «ελευθερία» πρέπει να αποτελούν καθημερινό σκοπό κάθε ανθρώπου. Αυτός ο σκηνικός ιστορικός καμβάς αποτελεί έναν καθρέφτη αντανάκλασης του σημερινού κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Δεν έχω παρά να ευχαριστήσω την Άννα Κοκκίνου για την υπενθύμιση και το πολύτιμο μάθημα. (Η μετάφραση των ιστορικών κειμένων του Θουκυδίδη είναι του Ν.Μ. Σκουτερόπουλου).


Στο θέατρο Σφενδόνη ξαναζεί ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος
Ευφροσύνη Δοξιάδη
popaganda.gr 04/02/2015 (σύνδεσμος)


…μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης
Γιώργος Σεφέρης, Με τον τρόπο του Γ. Σ.


Πεντακόσια μέτρα από το αρχαίο θέατρο του Διονύσου, που κουρνιάζει σαν πέτρινη αγκαλιά κοντά στην δυτική ρίζα του βράχου της Ακρόπολης ξαναζεί ο Θουκυδίδης. «Αθηναίος», όπως ο ίδιος περιέγραψε τον εαυτό του. Μέσα σε μια σοφά ανακαινισμένη παμπάλαιη ξυλαποθήκη της πόλης, στον αγαπημένο μου χώρο μυσταγωγίας, το Θέατρο Σφενδόνη, ακούγεται η φωνή ενός αυτόπτη μάρτυρα τού παράδοξου Πέμπτου αιώνα. Εκτοξεύεται ξανά ο λόγος του από ένα μικρό θαύμα της φύσης που λέγεται Άννα Κοκκίνου. Στην ίδια γειτονιά που ο ίδιος είχε στοιχειώσει με τα στριφογυρίσματά του, όταν δεν τον έπιανε ύπνος από τους εφιάλτες τού Λιμού και των υδάτινων φερέτρων της Αδριατικής. Δόρατα, σπαθιά, τύμπανα πολέμου, κραυγές πληγωμένων ήχουν σπαραχτικά μέσα στους τέσσερις τοίχους τόσο κοντά στον τόπο όπου ο ίδιος περπάταγε συνεπαρμένος από τα έμμετρα μνημεία που βοούσαν στο μυαλό του μετά τις παραστάσεις τού γερο-Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. «Ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»…

Η Άννα έχει μεταμφιεσθεί σε ένα άφυλο ον, εξώκοσμο και τεθωρακισμένο πίσω από το μαύρο δερμάτινο όστρακο των μοτοσικλετιστών Αγγέλων της Κόλασης, που την καλύπτει και ακυρώνει το σώμα της από την κορυφή ως τα νύχια. Πρόσωπο χλωμό και σαν νεκραναστημένο, μαλλιά όρθια που φυτρώνουν σαν φλογίτσες ενός εμπύρετου μυαλού. Το ένα μάτι άσπρο, σαν χυμένο. Γυαλιά με χοντρούς φακούς, σκελετό κομμένο στη μέση, σαν ημικύκλια που το άλλο μισό τους παράπεσε στην αρχαιότητα. Τα πόδια σφηνωμένα σε μαύρα στιβάνια υπάκουα ακινητοποιημένα στις επιταγές της «πολεμικής μηχανής» – έτσι ονομάζει η ηθοποιός την ηλεκτροκίνητη αναπηρική καρέκλα μέσα στην οποία δέχεται τα μηνύματα από το παρελθόν. Η πολεμική μηχανή, μέσα από την οποία εξορμά το μέντιουμ, που θα ανακαλέσει απόψε για μας στη σφενδόνεια συνεδρία τον Πατέρα της Ιστορίας, έχει μεταλλόχρωμα ανάλαφρα φτερά. Τα έχει σχεδιάσει και κατασκευάσει ο μηχανικός, ο ανυπέρβλητος Δημήτρης Κορρές για να τη βοηθήσει να πετάξει. Η ίδια απογειώνεται μ’αυτά και μας παίρνει κι εμάς μαζί της ψηλά, απάνω από τον στρογγυλό κόλπο της Σικελίας, εκεί που έγινε το μεγάλο μακελειό. Την ακολουθούμε πετώντας και ζούμε το θάνατο στη θάλασσα, τόσο μακριά από τα χωρικά μας ύδατα. Ποτέ η Αδριατική δεν υπήρξε πιο μισητή, έτσι όπως την είδαμε με τα φτερά της ηθοποιού.

Η φωνή του ιστορούντος αλλάζει κάθε τόσο. Υπάρχει μια ηχώ σαν εξάπλωση φήμης κακής. Η επανάληψη των λόγων τού Χορού από την αρχαία τραγωδία που παιζόταν τόσα χρόνια απέναντι να ‘ναι; Αναμνήσεις σαν κύματα να ‘ναι που σκάνε αλλεπάλληλα πάνω στην άμμο; Ο Λιμός ψιθυρίζει δαιμονικά την αιγυπτιακή και τη λιβυική του προέλευση. Τον νιώθεις να κατατρώει τα σωθικά των Αθηναίων. Ο αστροδυναμικός Επιτάφιος του Περικλέους ακούγεται τρυφερός σαν δώρο και σαν χάδι. «Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας…» Οι νεκροί τιμώνται δεόντως. Υπερτερεί η στοργή για τα παλικάρια που θάβονται, για την Αθήνα που τόσο αγάπησε. Απλά, γλυκά και με μηδενική παρουσία στόμφου, η ηθοποιός γίνεται Περικλής και μετά πάλι Θουκυδίδης. Τους ακούμε, τους νιώθουμε, είναι παρόντες. Με τη φωνή της Άννας η κορύφωση της τραγωδίας της Ναυμαχίας στις Συρακούσες. Φωνές που γυρίζουν «ες αεί»… Θαμμένες μέσα στο κείμενο περιμένουν τη σημερινή φωνή να τις ξαναζωντανέψει. Σε αυτό το κάλεσμα ανταποκρίθηκε η ηθοποιός. Εποίησεν ήθος… Σε αυτήν χρωστάμε την αναβίωση τού πολύπαθου και τραγικού «Χρυσού Αιώνα». Λίγα βήματα από την πέτρινη αγκαλιά γεμάτη ουρανό όπου τελούνταν οι Διονυσιακοί αγώνες.

Στο τέλος, ένας φίλος από ξένη χώρα που ξέρει από επιστήμη είπε στην Άννα εμπνευσμένος από την παράστασή της: «Πολλά άτομα που αποτελούν το σώμα σου είναι τα ίδια που αποτελούσανε το σώμα του Θουκυδίδη.» Και η Άννα του είπε: «Το αισθάνομαι.» Κι εμείς, οι θεατές, το αισθανθήκαμε ότι το αισθάνεται. Ζωντανή και πάλλουσα, τυλιγμένη στο κέλυφος του μοτοσικλετιστή, πίσω από μπογιές γκέισας, με το ένα μάτι «χυμένο» και άσπρο σαν τυφλό, έρχεται σαν «μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά» από το τραγικό χτες στο δυσβάσταχτο σήμερα. Η Άννα γίνεται ένας δίαυλος που μας συνδέει άμεσα με τον μοιραίο αιώνα. Ο Θουκυδίδης φτάνει στα αυτιά μας αυτοπροσώπως, προσωπικά, αυτό που λένε οι ξένοι «ιν πέρσον». Ζούμε μέσα στο θέατρο Σφενδόνη την άνομη πολυτέλεια να είμαστε κι εμείς εκεί, στην πιο τραγική ναυμαχία στον κόλπο των Συρακουσών, στα νερά της φυσικής αγκάλης της Σικελίας όπου κατακομματιάστηκαν οι Αθηναίοι. Αν δεν είχε πανσέληνο, και αν δεν είχε γίνει η ολική έκλειψη της σελήνης και αν ο Νικίας δεν ήτανε τόσο προληπτικός και αν δεν είχε αναβάλει την άμεση αναχώρηση τού σμπαραλιασμένου στόλου του από την καταραμένο όρμο, θα ‘χανε σωθεί χιλιάδες ψυχές…

Η Άννα Κοκκίνου καταργεί τον χρόνο. Υπερίπταται με τη φτερωτή της μηχανή πολέμου. Μας καθιστά αυτόπτες μάρτυρες, συγκινημένους και έκπληκτους ωτακουστές των συγκλονιστικών γεγονότων των χρόνων εκείνων.


Αυτοκινούμενα και μαριονέτες
Αννυς Κολτσιδοπούλου
kathimerini.gr 16.11.2014 (σύνδεσμος)


Η Άννα Κοκκίνου –ιδιαίτερη περίπτωση ιδιοφυούς εγωκεντρισμού, αυτοκινούμενης και αυτοτροφοδοτούμενης προσωπικότητας στο θέατρο– δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί καταλληλότερο όχημα για τον παρακινδυνευμένο σκηνικό της μονόλογο-αναλόγιο- αφήγηση, από το UFO τροχοφόρο με τα πολύσπαστα, πολυσήμαντα μηχανικά φτερά, που της σχεδίασε ο Δημήτρης Κορρές. Πάνω σ’ αυτό το ηλεκτροκινούμενο και ηλεκτρονικά εξοπλισμένο αναπηρικό αμαξίδιο, αλωνίζει σκηνή, χιλιετίες, θηριωδίες από την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, κάνοντας στάσεις στοχασμού και κριτικής υποκίνησης πάνω στο αιώνιο αίνιγμα της ιδιοσυγκρασιακής μας «μοίρας».


Με διπλό όχημα –τον ακριβέστατο μα και παλλόμενο λόγο του Θουκυδίδη αφενός (στο μεταφραστικό και υφολογικό κατόρθωμα του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου) και αφετέρου το φτερωτό αμαξίδιο του χωροχρόνου–, ντυμένη με μαύρη, δερμάτινη στολή σκοτεινού μοτοσικλετιστή, αγγέλου του θανάτου, λαβωμένου Ικαρου, παράλυτης, άφυλης αλληγορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, καλωδιωμένη, χειριζόμενη μοχλούς και ηλεκτρονική αλλοίωση της φωνής της μέσω υπολογιστών (σχεδιασμός Μηνάς Εμμανουήλ), η ηθοποιός κατορθώνει έναν άθλο: Να καθηλώσει και να συνταράξει τους έτοιμους, να παραξενίσει, να θυμώσει, να ανησυχήσει τους ανέτοιμους. Ολα αυτά, «καθηλωμένη» η ίδια, μα σε ακραία εγρήγορση, ένταση και ταραχή για τα παρόντα που αβίαστα συνάγονται. Διανύοντας χιλιόμετρα κι αιώνες κυκλωτικού χωροχρόνου μέσα στην άδεια σκηνή, χρησιμοποιεί έναν πολυφωνικό κώδικα με τις δικές της εκδοχές φωνής, εμπλουτισμένες με ηλεκτρονικές παραλλαγές τους.


Και μόνον η σύλληψη, το σκηνικό όραμα, η τόλμη για τόσο ιδιαίτερη δραματοποίηση ιστορικού αφηγήματος, μάλιστα δίχως χρονολογική σειρά αλλά με τη λογική ανάδειξης ενός τελικού στόχου, αποτελεί σταθμό στα θεατρικά μας δεδομένα.


Τραυματισμένη άπτερος Νίκη
Ιωάννα Κλεφτογιάννη
enet.gr 12/5/2014 (σύνδεσμος)


Αν κάποιος πρέπει να επιλέξει ένα επίτευγμα του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού στη θεατρική του έκφανση, το οποίο πραγματοποιεί αισθητική και υφολογική τομή και εμπεριέχει την πολιτική με το χαρακτήρα του κατ' επείγοντως, οφείλει να δει την Αννα Κοκκίνου στο «Θέατρο Σφενδόνη» στη μοναχική αναμέτρησή της με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Ένας προσωπικός άθλος και μια γιορτή της σκηνικής πράξης, η οποία αποδεικνύει ποιος θα έπρεπε να είναι -φευ!- ο απαρέγκλιτος κανόνας για μια κρατική σκηνή, όπως το Εθνικό Θέατρο.
Καθισμένη, σαν τραυματισμένη άπτερος Νίκη, σε μια high teck ηλεκτρική αναπηρική καρέκλα με φτερά που κινούνται, ανοιγοκλείνουν και μεταμορφώνονται άλλοτε σε κουπιά άλλοτε στα κατάρτια τριήρεως και φέροντας με αναλόγιο το κείμενο (στην αξιόλογη μετάφραση του Ν.Μ. Σκουτερόπουλου) και ένα λαπ-τοπ, η Άννα Κοκκίνου στο «Εγώ ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος» -όπως τιτλοφορείται η παράστασή της- χειρίζεται μόνη της το όχημά της, τα φτερά αλλά και την ηλεκτρονική επεξεργασία της φωνής της. Κάποιες στιγμές στριφογυρίζει με ταχύτητα, λυσσασμένα, εκφέροντας τον λόγο του Θουκυδίδη σαν ράπισμα, άλλοτε μιλάει ήρεμη ως στήλη άλατος. Υπάρχει μόχθος κι αγωνία πίσω από τον τρόπο που εκφέρει την πολύτιμη παρτιτούρα. Οπως και η ίδια έχει επισημάνει: «Η ιδιομορφία της εκφοράς αυτού του λόγου μάς αναγκάζει να απομακρυνθούμε από τους κοινούς "φυσικούς" τρόπους της και να αναζητήσουμε στην απανταχού τεχνολογία δυνατότητες πληρέστερης και αποδοτικότερης αναπαραγωγής του, δοκιμάζοντας έτσι τις ίδιες του τις αντοχές».
Άλλη είναι η φωνή του Περικλή στον Επιτάφιο από του Θουκυδίδη-αφηγητή, διαφορετική είναι των πρέσβεων των Αθηναίων από εκείνη των Μηλίων συνομιλητών. Η Άννα Κοκκίνου λειτουργεί σαν ένα ζωντανό πολυεργαλείο, που «παίζει» με τη φωνή, τις τονικότητές της, την εσωτερικότητά της, «ενσωματωμένη» εντός των εύστοχων ήχων και κρότων του Δημήτρη Ιατρόπουλου και των λιτών graphics animations του Γιάννη Δημουλή (προβάλλονται είτε αποσπάσματα του κειμένου που η ηθοποιός δεν εκφέρει είτε γραφήματα που αποδίδουν το ταξίδι της σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων κ.ά.).
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων ο τρόπος που η «ταγμένη» καλλιτέχνιδα και «διάδοχος» της τελειοθηρίας του Λευτέρη Βογιατζή προσεγγίζει το διαχρονικό εγχειρίδιο του πατέρα της Ιστορίας. Ένας φιλόλογος θα έκανε με τον «αυτόματο πιλότο» μια απολύτως διαφορετική επιλογή και σύνθεση κεφαλαίων, εγκλωβισμένος απ' τα «πρέπει» της επιστημονικής βιβλιογραφίας. Η καθαρή, αδιαμεσολάβητη από τους «χάρακες» της φιλολογίας ιδιοσυγκρασιακή ματιά της Αννας Κοκκίνου, που δεν στερείται γνώσης, έχει καρπούς στη σκηνή τού «Σφενδόνη» αναπάντεχα πλούσιους και τη δύναμη να δονεί τους θεατές απλά και μόνο με την ενέργεια που παράγει η εκφορά του λόγου. Σε αυτόν, άλλωστε, στηρίζεται το ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Η σχέση που έχει αναπτύξει με το κείμενο η ηθοποιός προκαλεί πνευματική εγρήγορση, ρίγος, ανάταση και ενεργοποιεί ασταμάτητους ιστορικούς συνειρμούς. Ο Θουκυδίδης ήξερε ότι παραδίδει «κτήμα ες αεί» χρήσιμο σε «όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια». Ένα διαχρονικό εγχειρίδιο για τον άνθρωπο, τον πόλεμο, την πολιτική και τη διπλωματία.
Για να περιγράψει «τον θάνατο σε κάθε μορφή» και τον πόλεμο στον οποίο «δεν υπήρξε φρικαλεότητα που δεν έγινε» η ηθοποιός δεν κατέφυγε στην εμβληματική καταστροφή της Μήλου, αλλά επέλεξε τον Εμφύλιο της Κέρκυρας. Και ο Επιτάφιος δεν έχει την προβεβλημένη θέση που του δίνουν οι αναλυτές. Χαμηλόφωνα, χωρίς στόμφο, με υπόγειους ωστόσο κραδασμούς, η μονωδός αποδίδει το κορυφαίο κεφάλαιο-ύμνο της Δημοκρατίας ακίνητη και μετωπικά στημένη. Σε απόλυτη αντίστιξη με την περιγραφή της ύστατης ναυμαχίας με την οποία λήγει το σικελικό βατερλό των Αθηναίων, οπότε η φωνή της, σαν κραυγή, μεταφέρει στους θεατές τον ηλεκτρισμό και τη φρίκη της άγριας αιματοχυσίας, σκορπώντας ανατριχίλα.
«Πελοποννησιακός Πόλεμος είναι η καθημερινή ζωή του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία, που συνεχίζεται αιώνια», υποστηρίζει η ηθοποιός, η οποία προσπερνώντας την πρώτη ολίγον αμήχανη σκηνή, ανεβάζει τις σωστές θερμοκρασίες, επιτυγχάνοντας τον υψηλό στόχο: «Να καθρεφτιστεί το ήθος και η αντίσταση του ανθρώπου απέναντι στην ίδια του τη φύση». Φεύγοντας από την παράσταση-άθλο της Κοκκίνου, που έρχεται ως φυσική συνέπεια μετά το θερινό βάπτισμα του πυρός της στην τραγωδία (στο ρόλο της Εκάβης), θέλεις να τρέξεις στη βιβλιοθήκη σου, να ξαναβρείς τους σκονισμένους τόμους του Πελοποννησιακού Πολέμου. Κι αφού βυθιστείς στις σελίδες του, να επιστρέψεις στην παράσταση-κατάθεση της «Σφενδόνης». Οπωσδήποτε δεν εξαντλείται με τη μια φορά.
(Στη σκηνοθεσία και στη δραματουργική επεξεργασία η Άννα Κοκκίνου συνεργάστηκε με τον Νίκο Φλέσσα).

ΔΕΙΤΕ TO TRAILER